ζεσίγονος

ζεσίγονος
ος , ον вызывающий кипение;

ζεσίγονος βαθμός — точка кипения


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ζεσίγονος" в других словарях:

  • ζεσιγόνος — ο 1. αυτός που παράγει ζέση, βρασμό 2. φρ. «ζεσιγόνος βαθμός» ο βαθμός τής θερμοκρασίας κατά τον οποίο αρχίζει ο βρασμός ενός υγρού υπό κανονική πίεση 760 χιλιοστομέτρων, αλλ. βαθμός ζέσεως. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζέση + γόνος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ …   Dictionary of Greek

  • ζέση — η (AM ζέσις) [ζέω] 1. βράσιμο, βρασμός, κόχλασμα («ὅταν ἑψηθῇ μέχρι ζέσεως», Πλούτ.) 2. θέρμη, ζήλος, ορμή, έντονη έφεση για κάτι, ζωηρή προθυμία (α. «εργάζεται με ζέση» β. «[οργή] ζέσις τοῡ περὶ καρδίαν αἵματος, Αριστοτ.) νεοελλ. φρ. «βαθμός… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»